ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΙΜΑΤΟΣ

 

Ο εσωτερικός αρχιτεκτονικός χώρος αποτελεί τη θεµατική αυτών των έργων. Ο τοίχος και η πόρτα είναι κάποια από τα στοιχεία που τον οριοθετούν. Τον προσέγγισα σαν αυτόνοµη ύπαρξη, χωρίς να επιδιώκω καµία αναφορά στη λειτουργικότητά του. Η σύνθεση των επιπέδων, η υφή και η µατιέρα που αποκτούν οι διάφορες επιφάνειες από τη φθορά του χρόνου έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο στην επιλογή των θεµάτων. Οι φωτογραφίες, σαν «πορτρέτα» γεωµετρικών συνθέσεων, αποτελούν τη µία µορφή της προβληµατικής. Η δεύτερη είναι οι πανοραµικές εικόνες που επιδιώκουν να καταγράψουν την ατµόσφαιρα των εσωτερικών χώρων, καµπυλώνοντάς τους. Αυτή η ψευδαισθησιακή λειτουργία παραπλανά το ανθρώπινο µάτι, το οποίο δεν µπορεί πρωτογενώς να αναγνωρίσει το χώρο που παρουσιάζεται µπροστά του. Οι φωτογραφίες µπορούν να ιδωθούν από µακριά αλλά και από πολύ κοντά, λόγω της µεγάλης ευκρίνειας και της ανάδειξης των λεπτοµερειών τους.

Το τρίτο κοµµάτι της προβληµατικής έχει ως στόχο την αναίρεση της αντιληπτικότητας των υλικών στοιχείων. Ένας τοίχος, µια πόρτα έχουν µια συνοχή, µια υλικότητα που ορίζει την προσπελασιµότητά τους. Η φωτογραφική τους αναπαράσταση µπορεί να καταγράψει την εικονική τους παρουσία αλλά όχι την απτικότητά τους. Δηµιουργεί την αίσθηση του εικονιζόµενου θέµατος, αλλά δεν «είναι» το εικονιζόµενο θέµα. Η παρέµβασή µου έχει σχέση µε απτικά κριτήρια. Παράλληλα µε την απτική αναίρεση συντελείται και ένα είδος οπτικής. Ο τοίχος που ήταν το όριο του χώρου, µετά την ανάρτηση της εικόνας µετατρέπεται ψευδαισθησιακά σε δίοδο.

Η διαδικασία της αναίρεσης συµπληρώνεται από την παράλληλη θέαση του πραγµατικού τοίχου και του φωτογραφικού του αντίστοιχου. Στην εγκατάσταση η φωτογραφία κοµµατιάζεται και αναρτάτα σαν παζλ επάνω στον τοίχο. Δεν είναι όµως ολόκληρη. Τα κοµµάτια που χρησιµοποιούνται είναι εκείνα που καταγράφουν ένα γεγονός, ένα χαρακτηριστικό τµήµα του εικονιζόµενου χώρου. Τα υπόλοιπα συµπληρώνονται σε συνεργασία µε τη µνήµη· η εικόνα ολοκληρώνεται νοητικά. Η διασπασµένη εικόνα µπορεί να ιδωθεί µε δύο τρόπους: από απόσταση, συνδέοντας όλα τα επιµέρους κοµµάτια σε ένα σύνολο, ή από πολύ κοντά, διαχωρίζοντας το κάθε επιµέρους κοµµάτι σε αυτόνοµη εικόνα. Η σχέση της κάθε εικόνας µε τις επιµέρους εικόνες, όσο και µε το δοµικό στοιχείο επάνω στο οποίο είναι αναρτηµένη είναι εξίσου ισχυρή.

Η σχέση µεταξύ οικείου και ανοίκειου, ζωντανού και νεκρού, αποτελεί τον πυρήνα της δουλειάς αυτής. Ο οικείος χώρος ως φιλόξενος, βιωµατικός, κατοικήσιµος, αντιπαραβάλλεται µε τον ανοίκειο, τον ξένο, τον νεκρό χώρο. Το Ξενία στην κορυφή της Πάρνηθας, χώρος κάποτε ετεροτοπικός, εξαιτίας της λειτουργίας του ως σανατόριο, έχει χάσει κάθε χρηστικότητα και αποτελεί πια ένα ερείπιο. Οι ετεροτοπικοί χώροι φιλοξενούν µια ανθρώπινη δραστηριότητα που η κοινωνία θέλει να περιθωριοποιήσει. Το Ξενία µαρτυρά την επιθυµία της κοινωνίας να το αποµονώσει, γι’ αυτό και επιλέχτηκε µια τοποθεσία τόσο αποµακρυσµένη για την ανέγερσή του. Ακόµα και τώρα που δεν είναι σε λειτουργία, η θέση του, σε συνδυασµό µε την εσκεµµένη εγκατάλειψή του, εξακολουθεί να το καθιστά χώρο ετεροτοπικό.

Σε αυτό το ανοίκειο περιβάλλον, η εικαστική µου έρευνα αποκτά µορφή αρχαιολογικής αναζήτησης. Εξερευνώ τα δωµάτια, τα υπόγεια, τους διαδρόµους. Αποτυπώνω φωτογραφικά κοµµάτια του εσωτερικού. Έρχοµαι σε επαφή µε αυτόν τον ανοίκειο χώρο. Έπειτα προχωρώ στο εργαστήριό µου σε µια «αναστύλωση», ανασυνθέτοντας το χώρο που εξερεύνησα. Η τελική εικόνα, µε τα πανοραµικά στοιχεία που διαθέτει, αλλοιώνει τον πραγµατικό χώρο, τον καµπυλώνει. Η παραµόρφωση αυτή, σε συνδυασµό µε την απεικόνιση της ατµόσφαιρας του χώρου, γίνεται µάρτυρας της ανοικειότητάς του. Χρησιµοποιώντας τις πανοραµικές εικόνες από το Ξενία σαν δοµικό υλικό (όταν καλύπτουν τους τοίχους ενός πραγµατικού δωµατίου), πραγµατοποιείται η µεταµόρφωση του χώρου σε ξένο, ανοίκειο. Αναρτώντας τες σε µια επιφάνεια, έναν τοίχο, αλλοιώνεται η αντιληπτικότητά του. Σκοπός αυτών των εγκαταστάσεων είναι να έρθει ο θεατής αντιµέτωπος µε έναν ξένο γι’ αυτόν χώρο. Κοντολογίς, να βιώσει κατά τέτοιον τρόπο το θάνατο του χώρου, ώστε αυτό το γεγονός να αποτελέσει αφορµή να αναγνωρίσει την αξία που έχει για τον ίδιο ο οικείος χώρος του.